Web Informer Button

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Μια προσωπική ιστορία

Απόψε μου βγήκε να γράψω μια προσωπική ιστορία που βίωσα πριν κάποιους μήνες. Μέσα από τα δικά μου μάτια, πως την έζησα και τι κατάλαβα από αυτήν...
Να ξέρετε πως δεν έχω να απολογηθώ σε κανέναν τι γράφω στο μπλογκ μου, παρά ίσως στον (Ανώτερο) Εαυτό μου (ναι το λέω λόγω ενός κουλού περιστατικού που συνέβη πρόσφατα) αλλά τούτο έχω να προσπαθώ, να επικοινωνήσω όσο καλύτερα γίνεται μέσα από τα γραπτά μου με σκοπό να κατανοηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο, πλησιάζοντας και την Αλήθεια...

Αφού τελείωσα με τη εισαγωγή, ας αρχίσω. Σας προειδοποιώ όμως ότι η ιστορία θέλει αρκετά γερά νεύρα, οπότε μην προχωρήσετε αν δεν νιώθετε καλά ή δεν είστε έτοιμοι.

Ήταν 14 Σεπτέμβρη. Σημαντική ημερομηνία για μένα γιατί έχουν γενέθλια επέτειο γνωστά κι αγαπημένα μου πρόσωπα. Και είναι μισός χρόνος και μία μέρα από τη δικιά μου γενέθλια επέτειο.
Τότε έφυγε η δεύτερη γιαγιά μου.
Η πρώτη γιαγιά μου είχε φύγει 6 μέρες μόλις μετά από τις 13 Μαρτίου. Και το γνώριζα τότε. Και είχα κλείσει εισιτήρια να πάω να την δω λίγο πριν φύγει. Και δεν με άφησε. Το είχα πάρει βαριά κατά κάποιον τρόπο που δεν το είχα καταλάβει ακριβώς τόσα χρόνια. Είναι άλλο πράγμα όταν προλαβαίνεις να χαιρετήσεις ένα αγαπημένο σου πρόσωπο κι άλλο όταν βλέπει ξαφνικά κάτι άδειο, κάτι κενό και να λέω σε όλους: "αυτό δεν είναι η γιαγιά μου."
Τις τελευταίες μέρες της δεύτερης γιαγιάς μου πήγαινα σχεδόν κάθε μέρα στο νοσοκομείο. Συνήθως πήγαινα μεσημέρι και έφευγα απόγευμα. Εκείνη τη μέρα για κάποιο λόγο άλλαξα το πρόγραμμά μου. Μου έρχονταν και διάφορες καθυστερήσεις και ευκαιρίες να κάνω άλλα πράγματα πριν πάω στο νοσοκομείο που χωρίς δυσκολία τις ακολουθούσα. Και μάλλον καλύτερα, γιατί αλλιώς μπορεί να είχα φύγει νωρίτερα από το νοσοκομείο.
Είχα κανονίσει καιρό πριν ραντεβού με τη ρεφλεξολόγο για την οποία μόνο καλά λόγια έχω να πω. Και καθυστέρησα και σε εκείνη να πάω. Ήμουν κάπως από την ώρα που ξύπνησα και η μέση μου πονούσε, αλλά βοήθησε όχι μόνο να μου περάσει ο πόνος της μέσης, αλλά για αρκετή ώρα ένιωθα περίεργα, αλλιώτικα, πιο ανοιχτή, πιο άνετη, πιο χαρούμενη, σαν να είχα συνεχή εκροή ενδορφινών μέσα στο κεφάλι μου. (Άλλη φορά θα της κάνω διαφήμιση γιατί της αξίζει).

Για να πάω στο νοσοκομείο, άλλαξα στο Σύνταγμα. Εκεί είχανε παρουσιάσεις προϊόντων φτιαγμένων από βιολογικά ή φυτικά υλικά. Από τρόφιμα έως καλλυντικά και ρούχα. Πέρασα κάποια ώρα εκεί ρίχνοντας μια ματιά σε όλα τα κιόσκια.
Δεν θυμάμαι αν έκανε πολύ ζέστη, ένιωθα συνεχώς περίεργα και πως ήμουν "αλλού". Ίσα ίσα που περπατούσα σε αυτόν τον κόσμο και σε κάποιον άλλον, πιο υπερβατικό.
Έφτασα στο νοσοκομείο και ήταν εκεί αρκετοί από τους συγγενείς μου: πατέρας, μάνα, θεία(κόρη) και θεία(αδερφή της γιαγιάς μου).
Μπροστά σε κόσμο, ειδικά στους συγγενείς, δεν νιώθω πάντα "άνετα". Συνήθως τους λέω επιφανειακά πράγματα ή κάνα αστείο για να έχω κάτι να πω ή να σπάσω τον πάγο. Περιττόν να πω ότι το έχω από μικρή να μη λέω για μεταφυσικά θέματα στους γονείς μου ειδικά ότι η άποψη που έχω για τον κόσμο δεν ταιριάζει με την δική τους. Τους αγαπάω αλλά δεν μου αρέσει να τους δίνω δικαιώματα να με περνούν...για ότι μπορεί να φανταστούν που μπορεί να τους τρομάξει ή να έχει αρνητικά φορτισμένη έννοια για αυτούς.
Η μάνα μου μαζί με την αδερφή της γιαγιάς μου δεν κάτσανε πολύ. Τους είπα και για την έκθεση που γινόταν στο Σύνταγμα και τις παρακίνησα να πάνε.
Η γιαγιά μου, ένα φαλακρό πλασματάκι που δεν επικοινωνούσε σχεδόν καθόλου τις τελευταίες μέρες, κοκαλωμένη προς την άκρη του κρεβατιού, γυρισμένη προς το κάγκελό του. Ούτε λόγος να κουνηθεί καθόλου. Τα κόκαλα την πονούσαν, το ένα πόδι παράλυτο, τα εσωτερικά όργανα κατεστραμμένα. Ακόμη και τώρα που τα γράφω, πάλι συγκινούμε με την τόση ταλαιπωρία που είχε περάσει από την ώρα που μπήκε στο νοσοκομείο!
Τα μάτια της όμως, ολάνοιχτα, σαν μικρού παιδιού, κοιτούσαν κάπου παραπέρα. Σαν μικρού παιδιού που δεν κοιτούσε όμως με καλωσόρισμα τον νέο κόσμο όπου ήρθε, αντίθετα τον κόσμο που άφηνε πίσω της....
Μόνη μου εγώ και τα παιδιά της μείναμε, ο πατέρας μου και η θεία μου.
Σε κάποια στιγμή βγήκανε κι αυτοί έξω στο διάδρομο.
Κι εγώ καθισμένη ήρεμα στην καρέκλα απέναντί της, την κοίταξα με αγάπη, δεν χρειάστηκε να την αγγίξω, έκλεισα τα μάτια μου και από μέσα μου της απευθύνθηκα με όλη την ηρεμία, αγάπη και γαλάνη που μπορούσα:
"Γιαγιά, αν είσαι έτοιμη να φύγεις, μπορείς να φύγεις. Κι εμείς εδώ θα 'μαστε καλά."
Δεν μπορώ να περιγράψω το απέραντο κύμα χαράς που με πλημμύρισε. Με μούδιασε ολάκερη.
Και ξαφνικά...δεν κατάλαβα, όλα γίνανε τόσο γρήγορα! Ήρθε ο πατέρας μου τρέχοντας από το διάδρομο. Άκουσε ένα δυνατό θόρυβο που έβγαλε η γιαγιά μου που εγώ δεν άκουσα παρά μόνο τον απόηχό του. Κι η θεία μου τρέχοντας φώναξε αμέσως τους γιατρούς.
Ήρθαν με τα μηχανήματα ανάνηψης και ότι άλλο και μας έβγαλαν αμέσως από το δωμάτιο. Δεν μου άρεσε καθόλου αυτό, αλλά αυτό ήταν το πρωτόκολλο.
Κοίταξα το ρολόι μου. Μόνο ένα τέταρτο είχε περάσει. Ήταν 7.15 το απόγευμα.
Μετά βγήκαν λέγοντάς μας πως λυπόντουσαν αλλά δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα. Στα μάτια της νοσοκόμας είδα γνήσια συμπόνοια.
Ο πατέρας μου και η θεία μου ξεσπάσανε σε κλάματα που δεν μπορούσα να το πιστέψω. Κι ας το περιμένανε. Τους λυπήθηκα! Ειδικά τον πατέρα μου που σπανίως τον έβλεπα να κλαίει. Τον αγκάλιασα και με παρέσυρε κι αυτός σε κλάματα.
Προσπάθησε να πάρει τηλέφωνο να ειδοποιήσει όλους τους υπόλοιπους και τα κατάφερε. Ήρθαν οι φίλες της θείας μου και της συμπαραστάθηκαν και την βοήθησαν να ετοιμάσει το άδειο σώμα. Της έκλεισαν το στόμα που είχε μείνει ανοιχτό. Το πλησίασα το σώμα της μία και μοναδική φορά. Κι αφού σιγουρεύτηκα πως αυτό δεν είναι πια η γιαγιά μου και πως όπου κι αν έχει πάει, είναι σίγουρα καλύτερα, κι αφού είχα παρηγορήσει αρκετά τον πατέρα μου, του ζήτησα άδεια να φύγει.
"Ναι φύγε", μου είπε, "τι άλλο να κάνεις εδώ".
Πήγα αμέσως στον φίλο μου που θεωρώ τον πιο δικό μου άνθρωπο. Τον είχα ειδοποιήσει.
Μες στο λεωφορείο έκλαψα λίγο ακόμα. Αλλά όταν πια έφτασα στην πόρτα του και μου άνοιξε με ένα δικό του φίλο που είχε πάει επίσκεψη και οι δύο με περίμεναν μες στα κλάματα, είχα αντίθετα ένα ειλικρινές χαμόγελο όλο χαραγμένο στα χείλη μου.
Έμειναν έκπληκτοι και οι δύο. "Σε περιμέναμε ότι θα έκλαιγες κι εσύ χαμογελάς;"
"Μα έφυγε!" τους είπα. "Ελευθερώθηκε!"

Αργότερα ο φίλος μου είπε πως δικιά του ήμουνα μια και που μοιραζόμασταν τις ίδιες σκέψεις για το θάνατο και τη ζωή και πως είχα περάσει ήδη πολλά με την πρώτη μου γιαγιά όπου για μέρες παρακαλούσα να με καθοδηγήσει από τον άλλον κόσμο ή να μου στείλει κάποιον που θα μπορούσε να μου δείξει. Ένα μήνα μετά το θάνατο της πρώτης μου γιαγιάς, ενώ έψαχνα απεγνωσμένα απαντήσεις, γνώρισα και τον φίλο μου που έγινε σύντροφός μου, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Τους ζήτησα να πάμε να πιούμε τσίπουρα να γιορτάσουμε το πνεύμα της γιαγιάς μου και να της ευχηθούμε καλό κατευόδιο. Έτσι κι έγινε με μερικούς φίλους ακόμα.

Μετά από λίγες μέρες έγινε και η κηδεία της γιαγιάς μου στο νησί της. Να πω και πώς ευτυχώς η γιαγιά μου πρόλαβε να δει για τελευταία φορά στις καλοκαιρινές διακοπές τον τόπο όπου μεγάλωσε και αγάπησε ενώ οι γιατροί της δίνανε περιθώριο ζωής μόνο ένα μήνα από τον Ιανουάριο που το είχαμε μάθει.
Η κηδεία για μένα ήταν μια διαδικασία που ήθελα να τελειώνει ή έστω να γίνει με καλύτερο τρόπο. Κάποια άτομα που έκλαιγαν γνήσια τα αγκάλιαζα με αγάπη, σχεδόν τα παρηγορούσα χωρίς να μπορέσω να τους πω κάτι. Ενώ κάποιοι άλλοι...ειλικρινά απορώ πως σκέφτονται να πάνε στις κηδείες και να λένε στους συγγενείς ή στα πιο κοντινά πρόσωπα του αποθανόντα (που σίγουρα ο δικός τους πόνος είναι μεγαλύτερος και δεν μπορείς να τον συμμεριστείς): αχ καημένα μου, τι πάθατε! Tι θα απογίνετε τώρα??? Τι κακό ήρθε και σας βρήκε???
Σοβαρά σκέφτονται τι λένε;;;;; Πολύ και πολλά δήθεν βρήκα.....
Τόσο που έλεγα που ευτυχώς ο αδερφός μου έφυγε από την ουρά του χαιρετισμού όπου περίμενα με τους γονείς μου στο τέλος.
Πιο ειλικρινές βρίσκω το πολύ απλό: "να τη θυμάστε". Τι πιο αλήθεια κι από αυτό.

Πήγα μαζί της έως το άλλο χωριό στου οποίου το νεκροταφείο τη θάψανε. Εκεί ζήσαμε κι άλλες κωμικοτραγικές καταστάσεις όπου δεν χωρούσε το φέρετρο και τελικά με πολύ σπρώξιμο, το βάλανε χωρίς το καπάκι.
Γεια σου γιαγιά, άφησες το σώμα να γυρίσει στη γη όπου ανήκε, να γίνει ξανά κόκος άμμου.
Κι η ίδια η ψυχή σου ας γίνει ξανά ένα με τα αστέρια.
Πιάσε το φως.


Πιάσε το φως.
Το ίδιο είχα πει και στην πρώτη μου γιαγιά όταν είχα πάει στο άλλο μου πατριδονήσι για την κηδεία της.
Κι εκεί φορούσα άσπρα, δεν ήθελα με τίποτα να βάλω μαύρα.
Τα ίδια ήθελα να κάνω και για τη δεύτερη γιαγιά μου, αλλά δεν με αφήσανε καθώς το νησί αυτό είναι μικρότερο και οι γλώσσες μεγαλύτερες.

Σκεφτόμουνα όμως πως πραγματικά θα ήθελα να την αποχαιρετίσω. Με τραγούδι και ξέφρενο -σχεδόν διαλογιστικό - χορό μέχρι πρωίας. Για να κάνω πιο εύκολη την είσοδο της στον άλλον κόσμο.
Αρχίζω και καταλαβαίνω που σε μερικές κοινωνίες κλαίνε σαν γεννηθεί ένα παιδί και χαίρονται και γλεντάνε σαν κάποιος πεθάνει.
Έστειλα στην παιδική μου φίλη μήνυμα πως στη δική μου κηδεία δεν θέλω κανείς να φοράει μαύρα, να φοράνε όλα μα όλα τα χρώματα και όλοι να τραγουδάνε, να λένε αστεία και να χαίρονται με όλη τους την καρδιά να χαρώ κι εγώ μαζί τους.



Μετά την κηδεία φάγαμε με μερικούς κοντινούς συγγενείς σε ένα μαγαζάκι που είχαν κάποια ξαδέρφια μου. Σαν σερβίρανε τον μπακαλιάρο με τη σκορδαλιά γέλασα και τους είπα πως αυτό το είχε παραγγείλει η γιαγιά μου να το φάμε στην κηδεία της όταν κάποιες μέρες το μόνο που έδειχνε να σκέφτεται ήταν πως να τακτοποιήσει τις "γήινες" υποθέσεις της. Και μας έλεγε ακόμα τι να ταίσουμε τον κόσμο στην κηδεία! Κι ο πατέρας μου είπε πως όντως ναι.

Μετά από κάποιους μήνες, ενώ είχα περάσει πολλά πράγματα πάλι, είπα την ιστορία σε μια φίλη που μόλις πρόσφατα κάνουμε περισσότερη παρέα. Και μου είπε το εξής απίστευτο: πως όπως υπάρχουν και τα καρμικά συμβόλαια, υπάρχουν και τα συμβόλαια αναχώρησης, που μπορεί να έχουν κάποια πολύ κοντινά ή συγγενικά άτομα μεταξύ τους. Πως υπάρχει ένα άτομο, συνήθως μέσα στην ίδια οικογένεια, που μπορεί να δώσει την εντολή στον/στην ετοιμοθάνατο ότι όντως μπορεί να αναχωρήσει. Και μερικά λόγια που μπορεί να ειπωθούν είναι τα εξής:
"Αν είσαι έτοιμος να φύγεις μπορείς να φύγεις κι εμείς θα είμαστε καλά". (!)

Τέλος, όσο τρελό κι αν φαίνεται, αφιερώνω το παρακάτω ποίημα που είχα αφιερώσει και στην πρώτη μου γιαγιά και αφιερώνω επίσης και σε όλους τους Έλληνες.
(Είναι συνδυασμός δύο δημοτικών τραγουδιών κι ενός του Κ. Παλαμά).

Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γη τόνε τρομάσσει
Βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σείεται ο απάνω κόσμος
Κι ο κάτω κόσμος σείζεται κι ανοίγουν τα θεμέλια
Κι η πλάκα αναριγγά πώς θα τ'όνε σκεπάσει;
Πώς θα σκεπάσει τον αητό της γης τον αντρειωμένο;
Πιάνει, καλεί τους φίλους του κι όλους τους αντρειωμένους
Να 'ρθει ο Μηνάς κι ο Μαυραϊλής, να 'ρθει κι ο γιος του Δράκου
Να 'ρθει κι ο Τρεμαντάχειλος που τρέμει η γη κι ο κόσμος
Και πήγανε και τον ήβρανε στον κάμπο ξαπλωμένο
Βογκάει, τρέμουν τα βουνά, βογκάει, τρέμουν οι κάμποι
"Τι να σ' ήβρε Διγενή και θέλεις να πεθάνεις;"
"Φίλοι μ' καλώς ορίσατε, φίλοι μ' κι αγαπημένοι,
'συχάσετε, καθίσετε κι εγώ σας αφηγιέμαι:
Στης Αραβίνας τα βουνά, στης Σύρας τα λαγκάδια
Κει που συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν
Παρά πενήντα κι εκατό και πάλε φόβο έχουν
Μοναχός τα πέρασα, πεζός κι αρματωμένος
Με τετραπίθαμο σπαθί, τρεις οργιές κοντάρι
Βουνά και κάμπους έδειρα, βουνά και καταράχια
Νυχτιές χωρίς αστροφεγγιά, νυχτιές χωρίς φεγγάρι
Και τόσα χρόνια δω, στον απάνω κόσμο
Κανέναν δε φοβήθηκα από τους αντρειωμένους
Μα τώρα είδα έναν ξυπόλητο και λαμπροφορεμένο
Που 'χει του ρήσου τα πλουμιά, της αστραπής τα μάτια
Με κράζει να παλέψωμεν σε Μαρμαρένια Αλώνια
Κι όποιος νικήσει από τους δυο να πάρει τη ψυχή του..."

Και πήγαν και παλέψανε στα Μαρμαρένια Αλώνια
κι ώθε χτυπάει ο Διγενής, το αίμα αυλάκι κάνει
κι ώθε χτυπάει ο Χάροντας, το αίμα τάφρο κάνει...
Και πήγαν και παλέψανε στα Μαρμαρένια Αλώνια
εννιά φορές χτυπάει ο Διγενής, μα του Χάρου του κακοφάνει
παίρνει το νιο από τα μαλλιά και τον εγονατίζει...

Καβάλα πάει ο Χάροντας τον Διγενή στον 'Αδη
κι άλλους μαζί, κλαίει, δέρνεται το ανθρώπινο κοπάδι
Και σαν να μην το πάτησε, του Χάρου το ποδάρι
ο Ακρίτας μόνο ατάραχα κοιτάει τον καβαλάρη.
"Ο Ακρίτας είμαι Χάροντα, δεν περνώ με τα χρόνια
μ' άγγιξες και δεν μ' ένιωσες, στα Μαρμαρένια Αλώνια;
Εγώ είμαι η ακατάλυτη ψυχή των Σαλαμίνων
Στην Εφτάλοφην έφερα το σπαθί των Ελλήνων
Δεν χάνομαι στα Τάρταρα, μονάχα ξαποσταίνω,
Στη Ζωή ξαναφαίνομαι και λαούς ανασταίνω..."


0 ανεμομαζώματα:

Blog Widget by LinkWithin

"Magical Template" designed by Blogger Buster